Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

63. Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή όλως του καταλόγου του ιερατικού φάγη κρέα' εν αίματι ψυχής αυτού ή θηριάλωτον, η θνησιμαίον, καθαιρείσθω τούτο γάρ ο νόμος απείπεν: ει δε λαϊκός είη, καθαιρείσθω.

[1. Cot. in text, κρέας : in marg. al. κρέα.] Si quis Episcopus, aut Presbyter, aut Diaconus, aut quisquis de Clericorum numero carnes comederit cum suæ animæ sanguine, vel a bestia captum vel morticinum quid, deponatur; hoc enim lex interdicit; si vero Laicus fuerit, a consortio seponatur.

If a Bishop, or Priest, or Deacon, or in short any one who is numbered among those in holy orders, shall eat flesh with the blood of life in it, or which has been killed by a wild beast, or dying of itself, let him be deposed; for such has the law forbidden; but if he be a Layman, let him be excommunicated.

64. Εί τις κληρικός ευρεθή την κυριακήν ημέραν νηστεύων ή τον σάββατον, πλην του ενός μόνου, καθαιρείσθω ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

[1. Cot. εαν δε λαικός ή.]

Si quis Clericus inveniatur die dominico jejunans aut Sabbato, præter unum solum, deponatur; si vero Laicus, segregetur.

If any Clerk shall be found fasting on the Lord's Day or Sabbath, one only excepted [the Sunday before Easter, cf. Bingham, Antiq. vi. 190], let him be deposed; if a Layman, be cast out of communion.

65. Εί τις κληρικός ή λαϊκός εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων ή Αιρετικών προσεύξασθαι, καθαιρείσθω και αφοριζέσθω.

[1. marg. ed. 2, συνεύξεσθαι.]

Si quis Clericus aut Laicus in synagogam Judæorum vel Hæreticorum, introierit ad orandum Deum, deponatur et consortio seponatur. If

any Clerk or Layman enters a synagogue of Jews or Heretics, in order to pray, let him be deposed and cast out of communion.

66.

Εί τις κληρικός εν μάχη τινα κρούσας και από του ενός κρούσματος αποκτείνας, καθαιρείσθω διά την προπέτειαν αυτού εάν δε λαϊκός ή, αφοριζέσθω.

[i. και omit. marg. ed. 2.-2. Cot. in marg. al. κρoύματος' -3. αποκτείνει marg. ed. 2.]

Si quis Clericus in jurgio quempiam pulsaverit, et quovis ictu interemerit, ob impotentis animi sui effrenationem, deponatur, Laicus vero seponatur. If

any Clerk strikes another in a quarrel, and at one blow kills him, let him be deposed on account of his ungoverned violence; but if a Layman, let him be cast out of communion.

67. Εί τις παρθένον αμνήστευτον βιασάμενος, έχοι, αφοριζέσθω μη εξείναι δε αυτώ ετέραν λαμβάνειν, αλλ' εκείνην, ήν καθηρετήσατο, κάν πενιχρά τυγχάνη.

[I. Cot. σχη in text ; in marg. • al. έχοι vel έχη'-2. marg. ed. 2. ήν ηρτίσατο. Cot. ήν και ηρτίσατο.]

Si quis innuptam puellam illatâ vi retineat, extra communionem habeatur; neque liceat illi alteram ducere, sed illam habere, quam violavit, quamvis paupercula sit.

If any one shall violate an unbetrothed virgin, and keep her, let him be cut off from communion; nor let it be lawful for him to marry another, but to marry her, whom he has violated, although she is in poverty.

68. Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω και αυτός και ο χειροτονήσας ει μή γε άρα συσταίη, ότι παρά αιρετικών έχει την χειροτονίαν τους γάρ παρά των τοιούτων βαπτισθέντας ή χειροτονηθέντας ούτε πιστούς ούτε κληρικούς είναι δυνατόν.

[1. Cot. in text, ει μη δείξοι παρά αιρετικών αυτών έχειν-but the other reading in marg.]

Si quis Episcopus, aut Presbyter, aut Diaconus, ab aliquo secundam susceperit ordinationem, deponatur et ipse, et qui manus imposuit ; nisi forte constet ab Hæreticis habere ordinationem. Nec enim possibile est a talibus ordinatos aut baptizatos esse fideles aut Clericos.

If a Bishop, or Priest, or Deacon, shall receive from any one a second ordination, let both he and the party ordaining be deposed; unless it is clear that he has received the ordination from Heretics; for it is not possible that persons baptized or ordained by such can be either believers or admitted of the Clergy.

69.

Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή υποδιάκονος ή αναγνώστης ή ψάλτης, την αγίαν τεσσαρακοστήν ού νηστεύοι, ή τετράδα ή παρασκευήν, καθαιρείσθω εκτός ει μη διασθένειαν σωματικής εμποδίζοιτο εάν δε λαϊκός ή, αφοριζέσθω.

[1. Cot. omits in text, but has in marg. ñ irodiákovos—2. marg. ed. 2, τεσσαρακοστής του πάσχα-3. marg. ed. 2, νηστεύσει. Cot. νηστεύει in text.]

Si quis Episcopus, aut Presbyter, aut Diaconus, aut Hypodiaconus, aut Lector, aut Cantor, sanctam quadragesimam 'non jejunavit, vel quartam, vel parasceuen, deponitor, præterquam si corporis debilitate impediatur; sin fuerit Laicus, segregetur.

If any Bishop, or Priest, or Deacon, or Subdeacon, or Reader, or, Chorister, shall not fast in Lent, or on the fourtly day, or on the preparation of the Passover, let him be reinoved' ; unless he is hindered by some bodily ailment; but if he be a Layman, let him be excommunicated.

70. Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή όλως του καταλόγου των κληρικών νηστεύοι' μετά Ιουδαίων ή εορτάζοι μετ' αυτών, ή δέχοιτο παρ' αυτών τα της εορτής ξένια, οίον άζυμα ή τι τοιούτον, καθαιρείσθω ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

[Cot. in text, Εί τις επίσκοπος ή άλλος κληρικός νηστεύει: the other words in marg.-2. marg. ed. 2, συνεορτάζοι. Cot. in text, εορτάζει; in marg. al. συνεορτάζει.]

Si quis Episcopiis, aut Presbyter, aut Diaconus, aut quisquis de numero atque ordine Clericorum jejunavit cum Judæis, aut una festum cum ipsis egerit, aut ab eis festi xenia receperit, azyma videlicet, aut quid simile, deponatur; si vero Laicus, segregetur.

If a Bishop, or Priest, or Deacon, or any one that is numbered in the Priestly Order, shall fast with Jews, or feast with them, or receive from them gifts of hospitality, such as unleavened bread, or any thing of that kind, let him be removed; but if a Layman, excommunicated.

71. Εί τις Χριστιανός έλαιον απενέγκοι εις ιερόν εθνών ή εις συναγωγήν Ιουδαίων εν ταις εορταϊς αυτών ή λύχνους άπτοι, αφοριζέσθω.

[1. marg. ed. ιερά-2. Cot. in text, ή εν ταις εορταϊς αυτών λύχνους άψη- the other reading in marg.]

Si quis Christianus oleum tulerit ad sacra Gentilium, vel Synagogam Judæorum festis ipsorum diebus, aut accenderit facem, de societate pellatur. If

any Christian brings oil to the Temples of Gentiles or to the Synagogue of the Jews, during their festivals, or lights candles, let him be excommunicated. .

72. Εί τις κληρικός ή λαϊκός από της αγίας εκκλησίας αφέληται κηρόν η έλαιον, αφοριζέσθω, και το επίπεμπτον προστιθέτω, μεθ' ού έλαβεν.

[1-1. Cot. in marg. says that και έλαβεν is wanting in some copies.]

Si quis Clericus vel Laicus a Sanctâ Ecclesiâ surripuerit oleum vel ceram, consortio sejnngitor : Insuper et quintam partem apponat ad id quod abstutit.

If any Clerk or Layman shall take away from the Holy Church wax or oil, let him be excommunicated, and pay one-fifth more than the value of ] what he bas taken,

73. Σκεύος χρυσούν ή άργυρούν αγιασθεν ή οθόνην μηδείς έτι εις οικείαν χρήσιν σφετεριζέσθω παράνομον γάρ ει δέ τις φωραθείη, επιτιμάσθω αφορισμό.

[1. Cot. in text, Σκεύος αργυρού ή χρυσού ή οθόνης αγιασθεν-2. marg. ed. 2, και

Vas aureum vel argenteum aut velum sanctis usibus dicatum nemo vertat in privatos usus; contra legem enim est. Si quis vero deprehendatur, segregatione plectatur.

1

Let no one convert to his own use any consecrated vessel of gold or silver, or linen; for it is against the law; and if any one be detected, let him be punished with excommunication.

74.

"Επίσκοπον κατηγορηθέντα επί τινι παρά αξιοπιστων ανθρώπων καλείσθαι αυτόν αναγκαίον υπό των επισκόπων καν μεν απαντήση και ομολογήση, έλεγχθέντος αυτού εξοριζέσθω το επιτίμιον. εάν δε καλούμενος μη υπακούση, καλείσθω και δεύτερον, αποστελλομένων επ' αυτόν δύο επισκόπων· εάν δε και ούτως μη επακούση, καλείσθω και τρίτον, δύο πάλιν επισκόπων αποστελλομένων προς αυτόν εάν δε και ούτως καταφρονήσας μη απαντηση, η σύνοδος αποφαινέσθω κατ' αυτού τα δοκούντα, όπως μη δόξη κερδαίνειν φυγοδικών.

[1. Cot. in marg. al. παρά.'-2-2. Cot. in text, υπό αξιοπιστων και πιστών προσώπων-in marg. as here.-3. απαντήσοι Cot.-4. Cot. in text, απολογήσοιτο : in marg. al. ομολογήσοι'-5. Cot. in marg. ή έλεγχθείη, ορίζεσθαι.---6. Cot. in text, δύο επισκόπων αποσταλέντων προς αυτόν: in marg. as here.-7. Cot. in text, υπακούσοι: in marg. al. έπακούση'-8. Cot. in text, αποσταλέντων: in marg. as here.]

Episcopum criminis ab hominibus gravibus et fide dignis accusatum vocari oportet ab Episcopis. Qui si ad judicium adfuerit, et confessus, aut argumentis convictus fuerit, pæna definiatur. Si vero citatus non accesserit, secundo vocetur, ad eum missis duobus Episcopis. Similiter quoque si non paruerit, tertio vocator, ad ipsum rursus Episcopos duos mittendo. Si ne sic quidem contumax et per fastum venerit, Synodus in eum pronunciet, quæ visa fuerint; ne judicium tergiversatione detrectans lucrari quippiam videatur.

If a Bishop be accused of any crime, by persons worthy of credit, let him be cited by Bishops; and if he appear, and confess it, let the punishment be fixed as if he had been convicted. But if, when cited, he shall not obey, let him be cited a second time, by sending two Bishops to him. If he does not even then pay attention, let him be cited a third time, by sending two Bishops again to him. But if he then be in contempt, and does not appear, let the Synod pronounce against him what is fitting, in order that he may not seem to gain any thing by flying from a trial.

75. Εις μαρτυρίαν την κατά επισκόπου αιρετικών μη προσδέχεσθαι', αλλά

« ZurückWeiter »