Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

13. Εί τις κληρικός ή λαικός άφωρισμένος ήτοι άδεκτος, απελθών εν ετέρα πόλει δεχθή άνευ γραμμάτων συστατικών αφοριζέσθω! και ο δεξάμενος και ο δεχθείς ει δε άφωρισμένος είη, επιτεινέσθω αυτώ ο αφορισμός, ως ψευσαμένη και απατήσαντι την εκκλησίας του θεού.

[1. Cot. άφοριζέσθωσαν οι δεξάμενοι.-2. Cot. ή.–3, marg. ed. 2. ως -θεού are wanting in another MS.]

Si quis Clericus aut Laicus a communione suspensus seu communicans, ad aliam properet civitatem, et suscipiatur præter commendaticias litteras, et qui susceperunt et qui susceptus est communione priventur. Ex communicato vero proteletur ipsa correptio, tanquam qui mentitus sit et ccclesiam Dei seduxerit.

If any Clerk or Layman, excommunicated or suspended, shall depart to, and be received in, another city, without letters recommendatory, let both the party receiving and received be excommunicated; and if either be already under excommunication, let it be extended as against a person acting falsely to, and putting a deceit upon, the Church of God.

14. Επίσκοπον μη εξείναι την εαυτού παροικίαν ετέρα έπιπηδάν, κάν υπό πλειόνων αναγκάζηται· ει μή τις εύλογος αιτία ή, και τούτο βιαζομένη ποιείν, ώς πλέον κέρδος δυναμένου αυτού τοίς εκείσε, λόγω ευσεβείας, συμβάλλεσθαι και τούτο δε ουκ αφ' εαυτού, αλλά κρίσει πολλών επισκόπων και παρακλήσει μεγίστη.

[1. Cot. ποιήσαι ως πλειόν τι.]

Episcopo non licere alienam Parochiam, propriâ relictâ, pervadere, licet cogatur a plurimis; nisi forte quis eum rationabilis causa compellat, tanquam qui possit ibidem constitutis plus lucri conferre, et in causâ religionis aliquid profecto prospicere; et hoc non a semetipso pertentet, sed multorum Episcoporum judicio et maximâ supplicatione perficiat.

Let it be not lawful for a Bishop to leave his own Parish [diocese] to enter upon another, even though he be urged by very many reasons; unless there be a valid cause compelling him to do so, in his being able to confer greater benefit upon the persons there on the ground of

religion, nor let him do this of himself, but at the instance and continued exhortation of many Bishops.,

15. Εί τις πρεσβύτερος ή διάκονος ή όλως του καταλόγου των κληρικών απολείψας την έαυτού παροικίαν εις ετέραν απέλθοι και παντελώς μεταστάς' διατρίβοι έν άλλη παροικία παρά γνώμην του ιδίου επισκόπου, τούτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργείν: ει? μάλιστα προσκαλουμένου αυτόν του επισκόπου αυτού, επανελθείν ουχ υπήκουσεν, επιμένων τη αταξία ως λαϊκός μέντοι εκείσε κοινωνείτω.

[1. Cot. “ al. διαστάς.-2. marg. ed. 2. μάλιστα εί.–3. Cot. αυτού επανελθεϊν,

Si quis Presbyter aut Diaconus aut quilibet de numero Clericorum, relinquens propriam Parochiam, pergat 'ad alienam, et omnino demigrans, præter Episcopi sui conscientiam, in aliena Parochiiâ commoretur, hunc ulterius ministrare non patimur; præcipue si vocatus ab Episcopo redire contempserit, in sua inquietudine perseverans; verumtamen tanquam Laicus communicet.

If any Priest or Deacon, or in short any one in clerical Orders, shall leave his own Parish and go to another, and permanently settle himself and remain in that other parish, without the cognisance of the Bishop, we order him to take no part in the ministry, especially if, after being called upon by his Bishop to return, he will not hearken, and still persist in his disorderly conduct. Let him however communicate, as one of the Laity.

16. Ει δε ο επίσκοπος, παρ' ' τυγχάνουσιν, παρ' ουδέν λογισάμενος την κατ' αυτών ορισθείσαν αργίαν, δέξηται αυτούς ως κληρικούς, αφοριζέσθω ως διδάσκαλος αταξίας.

[1. marg. ed. 2. φπαρατυγχάνουσιν.-2. Cot. ήγησάμενος.–3. marg. ed. 2. δέξεται.]

Episcopus vero, apud quem moratos esse constiterit, si contra eos decretam cessationem pro nihilo reputans, tanquam Clericos forte susceperit, velut magister inquietudinis communione privetur.

But if the Bishop, in whose: diocese they are, shall take no account of the suspension from the ministry directed against them, and receive them as Clerks, let him be excommunicated as the teacher of insubordination.

[Nos. 15 and 16 are united into one in Cot.]

17. “Ο δυσί γάμοις συμπλακείς μετά το βάπτισμα ή παλλακήν κτησάμενος ου δύναται είναι επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος η όλως του καταλόγου του ιερατικού.

Si quis post Baptisma secundis fuerit nuptiis copulatus, aut concubinam habuerit, non potest esse Episcopus, non Presbyter, aut Diaconus, aut prorsus ex numero eorum, qui ministerio sacro deserviunt,

He, who after Baptism is twice married or keeps a concubine, cannot be a Bishop or Priest or Deacon, or be admitted into the ministry.

18. Ο χήραν λαβών ή εκβεβλημένην ή εταίρας ή οίκέτιν ή των επί σκηνής ου δύναται είναι επίσκοπος ή διάκονος ή πρεσβύτερος ή όλως του καταλόγου του ιερατικού.

[1. marg. ed. 2. ή πρεσβύτερος ή διάκονος--and so Cot. in text.]

Si quis viduam aut ejectam acceperit, aut meretricem aut ancillam vel aliquam de iis, quæ publicis spectaculis mancipantur, non potest esse Episcopus, aut Presbyter aut Diaconus, aut ex eorum numero, qui ministerio sacro deserviunt.

If any marry a widow, or woman divorced, or a concubine, or handmaiden, or a stage-player, he cannot be a Bishop, or Priest, or Deacon, or in any wise admitted to the ministry.

19. Ο δύο αδελφάς αγαγόμενος ή αδελφιδην, ου δύναται είναι κληρικός. [1. αδελφήν, marg. ed. 2.]

Qui duas in conjugium sorores acceperit, vel filiam fratris, Clericus esse non poterit.

He who marries two sisters, or his niece, cannot be a Clerk.

20. Κληρικός, εγγυάς διδους, καθαιρείσθω.

Clericus, fidejussionibus inserviens, abjiciatur.
Let the Clerk, who gives securities, be removed from his office.

21. Ευνούχος, ει μεν εξ επηρείας ανθρώπου εγένετό τις ή εν διωγμό αφηρέθη τα ανδρών, ή ούτως έφυ, και εστίν άξιος, γινέσθω.

[1. Cot. “In alio, και ούτως έφυγε.-2. Cot. in text, άξιος επισκοπής : in marg.

« al. επίσκοπος.”] Eunuchus si per insidias hominum factus est, vel si in persecutione ejus sunt amputata virilia, vel si ita natus est, et est dignus, efficiatur Episcopus. .

He who is an eunuch, either by the craft of men, or during a persecution, or who has been so from birth, if he is worthy, let him be a Bishop.

22. “Ο ακρωτηριάσας εαυτόν, μη γινέσθω κληρικός αυτοφονευτής γάρ έστιν εαυτού, και της του θεού δημιουργίας εχθρός.

[1. Cot. αυτοφόντης γάρ έστι και.)

Si quis abscidit semet ipsum, non fiat Clericus ; quia suus homicida est, et Dei conditionis inimicus.

Let not him, who has mutilated himself, be a Clerk. For he is a self-murderer, and an enemy to the handywork of God.

23. Εί τις, κληρικός ών, εαυτόν ακρωτηριάσει, καθαιρείσθω φονεύς γάρ έστιν εαυτού.

[1. marg. ed. 2. φονευτής.]

Si quis, cum Clericus sit, absciderit semet ipsum, omnino damnetur, quia suus est homicida. If

any one being a Clerk mutilates himself, let him be deposed, for is a self-murderer.

24. Λαικός εαυτόν ακρωτηριάσας αφοριζέσθω έτη τρία επίβουλος γάρ έστιν της εαυτού ζωής.

Laicus, semet ipsum abscindens, annis tribus communione privetur ; quia suæ vitæ insidiator exstitit.

Let any Layman, who mutilates himself, be excommunicated for three

years ; for he is a plotter against his own life. [21, 2, 3, 4, are all united in Cot.]

25. 'Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος επί πορνεία ή επιορκία ή κλοπή άλους καθαιρείσθω, και μη αφοριζέσθω λέγει γάρ ή γραφή, ούκ έκδικήσεις δις επί το αυτό-3 ώσαύτως δε και οι λοιποί κληρικοί. * [ο Cot. in text; in marg. « al. επί.”-2 Cot. αυτό εν θλίψει.--3. marg. ed. 2. ομοίως και οι λοιποί κληρικοί τη αυτή αιρέσει υποκείσθωσαν.]

Episcopus, aut Presbyterus, aut Diaconus, qui in fornicatione aut perjurio aut furto captus est, deponatur ; non tamen communione privetur. Dicit enim Scriptura - Non vindicabit Dominus bis in id ipsum." Similiter et reliqui Clerici huic conditioni subjaceant.

[This is divided into two Canons in the version of Dionysius.]

If a Bishop, Priest or Deacon is detected in fornication, perjury, or theft, let him be deposed, but not excommunicated; for the Scripture says, “ Thou shalt vot twice punish the same fault;" and in like manner the other Clergy.

26. Τών εις κλήρον προσελθόντων' αγάμων κελεύομεν βουλομένους γαμείν αναγνώστας και ψάλτας μόνον.3

[i. marg. ed. 2. προεληλυθότων. Cot. in text, παρελθόντων : in marg. « al. προελθόντων, vel προσελθόντων, vel προεληλυθότων.-2. marg. ed. 2. μόνους.]

Innuptus autem, qui ad Clerum provecti sunt, præcipimus, ut, si voluerint, uxores accipiant; sed Lectores Cantoresque tantummodo..

Of those, who are admitted to the Clerkship, unmarried, we permit only the Readers and Singers, if they wish it, to marry.

27. 'Επίσκοπον η πρεσβύτερον ή διάκονον τύπτοντα πιστούς αμαρτάνοντάς ή απίστους αδικήσαντας, διά τοιούτων φοβείν εθέλοντα, καθαιρείσθαι προστάσσομεν ουδαμού γάρ Κύριος τούτο ημάς εδίδαξεν τουναντίον δε

« ZurückWeiter »