Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

Κ Υ Ρ Ο Υ

Α Ν Α Β Α Σ Ι Σ.

Γ'.

CAPUT I.

1. "Όσα μεν δή εν τη αναβάσει τη μετά Κύρου οι "Έλληνες έπραξαν μέχρι της μάχης, και όσα έπει Κύρος ετελεύτησεν εγένετο απιόντων των Ελλήνων συν Τισσαφέρνει εν ταις σπονδαίς, εν τω πρόσθεν λόγω δεδήλωται. 2. Επει δε οί τε στρατηγοί συνειλημμένοι ήσαν και των λοχαγών και των στρατιωτών οι συνεπόμενοι απολώλεσαν, εν πολλή δη απορία ήσαν οι "Έλληνες, ενθυμούμενοι μεν ότι επί ταϊς βασιλέως θύραις ήσαν, κύκλω δε αυτούς πάντη πολλά και έθνη και πόλεις πολέμιοι ήσαν, άγοράν δε ουδείς έτι παρέξειν έμελλεν, απείχον δε της Ελλάδος ου μείον ή μύρια στάδια, ηγεμών δ' ουδείς της οδού ήν, ποταμοί δε διείργον αδιάβατοι εν μέσω της οίκαδε οδού, προύδεδώκεσαν δε αυτούς και οι συν Κύρω αναβάντες βάρβαροι, μόνοι δε καταλελειμμένοι ήσαν ουδε ιππέα ουδένα σύμμαχος έχοντες· ώστ' εύδηλον ήν ότι νικώντες μεν ουδ' αν ένα κατακάνοιεν, ηττηθέντων δε αυτών ουδείς αν λειφθείη

3. ταύτα εννοούμενοι και αθύμως έχοντες, ολίγοι μεν αυτών είς τήν εσπέραν σίτου εγεύσαντο, ολίγοι δε πύρ ανέκαυσαν, επί δε τα όπλα πολλοί ουκ ήλθον ταύτην την νύκτα, ανεπαύοντο δε όπου ετύγχανεν έκαστος, ου δυνάμενοι καθεύδειν υπό λύπης, και πόθου πατρίδων, γονέων, γυναικών, παίδων, ούς ούποτ' ενόμιζον έτι όψεσθαι. Ούτω μεν δη διακείμενοι πάντες ανεπαύοντο.

4. "Ην δε τις εν τη στρατιά Ξενοφών Αθηναίος, ος ούτε στρατηγός ούτε λοχαγός ούτε στρατιώτης ών συνηκολούθει, αλλά Πρόξενος αυτόν μετεπέμψατο οίκοθεν, ξένος ων αρχαίος υπισχνείτο δε αυτόν, ει έλθοι, φίλον Κύρω ποιήσειν δν αυτός έφη κρείττω εαυτώ νομίζειν της πατρίδος. 5. Ο μέντοι Ξενοφών αναγνoυς την επιστολήν ανακοινούται Σωκράτει το Αθηναίω περί της πορείας. Και ο Σωκράτης υποπτεύσας μή τι προς της πόλεως υπαίτιον είη Kύρω φίλον γενέσθαι, ότι έδόκει ο Κύρος προθύμως τους Λακεδαιμονίοις επί τας Αθήνας συμπολεμήσαι, συμβουλεύει το Ξενοφώντι ελθόντα εις Δελφούς ανακοινώσαι τω θεώ περί της πορείας. 6. Έλθων δ' ο Ξενοφών επήρετο τον Απόλλω τίνι αν θεών θύων και ευχόμενος κάλλισταν και άριστα έλθοι την οδόν ήν επινοεί, και καλώς πράξας σωθείη. Και ανεϊλεν αυτώ ο Απόλλων θεούς οίς έδει θύειν. '

7. Επει δε πάλιν ήλθε, λέγει την μαντείαν τώ Σωκράτει. Ο δ' ακούσας ήτιάτο αυτόν ότι ου τούτο πρώτον ήρώτα, πότερον λέον είη αυτω πορεύεσθαι ή μένειν, αλλ' αυτός κρίνας ιτέον είναι τούτ' επυνθάνετο, όπως αν κάλλιστα πορευθείη. Επει μέντοι ούτως ήρου, ταύτ', έφη, χρη ποιείν όσα ο θεός εκέλευσεν. 8. Ο μεν δή Ξενοφών ούτω θυσάμενος οίς ανείλεν ο θεός εξέπλει, και καταλαμβάνει έν Σάρδεσι Πρόξενον και Κύρον μέλλοντας

ήδη ορμάν την άνω οδόν" και συνεστάθη Κύρω. 9. Προθυμουμένου δε του Προξένου και ο Κύρος συμπρoύθυμείτο μείναι αυτόν είπε δε ότι, επειδαν τάχιστα η στρατεία λήξη, ευθύς αποπέμψειν αυτόν. Ελέγετο δε ο στόλος είναι εις Πεισίδας.

10. Έστρατεύετο μεν δη ούτως εξαπατηθείς, ουχ υπό του Προξένου ου γαρ ήδει την επί βασιλέα ορμήν, ουδ' άλλος ουδείς των Ελλήνων πλήν Κλεάρχου επει μέντοι εις Κιλικίαν ήλθον, σαφές πάσιν ήδη έδόκει είναι ότι ο στόλος είη επί βασιλέα. Φοβούμενοι δε την οδόν και άκοντες όμως οι πολλοί δι' αισχύνην και άλλήλων και Κύρου συνηκολούθησαν ών είς και Ξενοφών ήν. 11. Επει δε απορία ήν, ελυπείτο μεν συν τοις άλλοις και ουκ ήδύνατο καθεύδειν μικρόν δ' ύπνου λαχών είδεν όναρ. "Έδοξεν αυτώ βροντής γενομένης σκηπτος πεσείν εις την πατρώαν οικίαν, και εκ τούτου λάμπεσθαι πάσαν. 12. Περίφοβος δ' ευθυς ανηγέρθη, και το όναρ πη μεν έκρινεν αγαθόν, ότι εν πόνους ών και κινδύνοις φως μέγα εκ Διός ιδείν έδοξε πη δε και εφοβείτο, ότι από Διός μεν βασιλέως το όναρ έδόκει αυτό είναι, κύκλω δε έδόκει λάμπεσθαι το πύρ, μη ου δύναιτο εκ της χώρας εξελθεϊν της βασιλέως, άλλ' είργοιτο πάντοθεν υπό τινων αποριών.

13. Οποιόν τι μεν δή εστι το τοιούτον όναρ ιδείν έξεστι σκοπεϊν εκ των συμβάντων μετά το όναρ. Γίνεται γάρ τάδε ευθύς επειδή ανηγέρθη, πρώτον μεν έννοια αυτό εμπίπτει: Τι κατάκειμαι και η δε νύξ προβαίνει άμα δε τη ημέρα είκός τους πολεμίους ήξειν. Ει δε γενησόμεθα επί βασιλεί, τί εμποδών μη ουχί πάντα μεν τα χαλεπώτατα επιδόντας, πάντα δε τα δεινότατα παθόντας, υβριζομένους αποθανείν ; 14. "Όπως δ' άμυνούμεθα ουδείς παρασκευάζεται ουδε επιμελείται, αλλά κατακείμεθα, ώσπερ εξόν ησυχίαν άγειν. Εγώ ουν τον έκ ποίας πόλεως στρατηγόν προσδοκώ ταύτα πράξεις και ποίαν δ' ηλικίαν έμαυτώ έλθεϊν αναμένω ; ου γάρ έγωγ' έτι πρεσβύτερος έσομαι, εάν τήμερον προδώ έμαυτόν τους πολεμίοις. 15. Έκ τούτου άνίσταται και συγκαλεί τους Προξένου πρώτον λοχαγούς. . Επει δε συνήλθον, έλεξεν· 'Εγώ, ώ άνδρες λοχαγοί, ούτε καθεύδειν δύναμαι, ώσπερ, oίμαι, ουδ' υμείς, ούτε κατακείσθαι έτι, ορών έν οίοις εσμέν. 16. Οι μεν γαρ δή πολέμιοι δήλον ότι ου πρότερον προς ημάς τον πόλεμον εξέφηναν πριν ενόμισαν καλώς τα εαυτών παρεσκευάσθαι: ημών δ' ουδείς ουδεν αντεπιμελείται όπως ως κάλλιστα αγωνιούμεθα. 17. Και μην εί υφησόμεθα και επί βασιλεί γενησόμεθα, τί οιόμεθα πείσεσθαι; ος και του ομομητρίου και του ομοπατρίου αδελφού και τεθνηκότος ήδη αποτεμών την κεφαλήν και την χείρα ανεσταίρωσεν ημάς δέ, οις κηδεμων μεν ουδείς πάρεστιν, εστρατεύσαμεν δε επ' αυτόν ως δούλον αντί βασιλέως ποιήσοντες και αποκτενούντες, ει δυναίμεθα, τί αν οιόμεθα παθείν ; 18. Αρ' ουκ άν επί παν έλθοι, ως ημάς τα έσχατα αικισάμενος πάσιν ανθρώπους φόβον παράσχου του μη στρατεύσαι ποτε επ' αυτόν; 'Αλλ' όπως του μη επ' εκείνω γενησόμεθα πάντα ποιητέον. 19. Εγώ μεν ούν, έστε μεν αι σπονδαι ήσαν, ούποτε έπαυόμην ημάς μεν οικτείρων, βασιλέα δε και τους συν αυτώ μακαρίζων, διαθεώμενος αυτών όσην μέν χώραν και οίαν έχοιεν, ως δε άφθονα τα επιτήδεια, όσους δε θεράποντας, όσα δε κτήνη, χρυσόν δέ, εσθήτα δέ. 20. τα δ' αυ των στρατιωτών οπότε ενθυμοίμην, ότι των μεν αγαθών πάντων ουδενός ημίν μετείη, ει μη προαίμεθα, ίτου δ' ώνησόμεθα ήδειν ότι ολίγους έχοντας, άλλως δε πως πορίζεσθαι τα επιτήδεια ή ώνουμένους όρκους ήδη κατέχοντας ημάς ταύτ' ούν λογιζόμενος ενίοτε τας σπονδάς μάλλον έφοβούμην ή νύν τον πόλεμον. 21. Επεί μέντοι εκείνοι έλυσαν τας σπονδάς, λελύσθαι μοι δοκεί και η εκείνων ύβρις και η ημετέρα υποψία. Εν μέσω γάρ ήδη κείται ταύτα

' τα αγαθά, άθλα, οπότεροι άν ημών άνδρες αμείνονες ώσιν άγωνοθέται δ' οι θεοί είσιν, οι συν ημίν, ως το εικός, έσονται. 22. Ούτοι μεν γαρ αυτούς έπιωρκήκασιν ημείς δέ, πολλά ορώντες αγαθά, στερρώς αυτών απευχόμεθα διά τους των θεών όρκους ώστε εξείναι μοι δοκεί ιέναι επί τον αγώνα πολύ συν φρονήματι μείζονι ή τούτοις. 23. "Ετι δ' έχομεν σώματα ικανώτερα τούτων και ψύχη και θάλπη και πόνους φέρειν έχομεν δε και ψυχάς συν τους θεούς αμείνονας: οι δε άνδρες και τρωτοι και θνητοί μάλλον ημών, ήν οι θεοί, ώσπερ το πρόσθεν, νίκην ημίν διδώσιν. 24. 'Αλλ' ίσως γαρ και άλλοι ταύτα ενθυμούνται, πρός των θεών μη αναμένωμεν άλλους εφ' ημάς ελθεϊν, παρακαλούντας επί τα κάλλιστα έργα, άλλ' ήμεϊς άρξωμεν του εξορμήσαι και τους άλλους επί την αρετήν. Φάνητε των λοχαγών άριστοι και των στρατηγών αξιοστρατηγότεροι. 25. Κάγω δέ, ει μεν υμείς εθέλετε εξορμαν επί ταύτα, έπεσθαι υμίν βούλομαι ει δ' υμείς τάττετε με ηγείσθαι, ουδέν προφασίζομαι την ηλικίαν, αλλά και ακμάζειν ηγούμαι ερύκειν απ' έμαυτού τα κακά.

26. Ο μεν ταύτ' έλεξεν, οι δε λοχαγοί ακούσαντες [ταύτα] ηγείσθαι εκέλευον άπαντες πλην 'Απολλωνίδης τις ην, βοιωτιάζων τη φωνή ούτος δ' είπεν ότι φλυαροίη όστις λέγει άλλως πως σωτηρίας αν τυχεϊν ή βασιλέα πείσας, ει δύναιτο και άμα ήρχετο λέγειν

« ZurückWeiter »